Η εφαρμογή των “Κρίσιμων Σημείων” υψηλής προωθητικής ποιότητας στην προπόνηση των κολυμβητών

Μέρος Α: Του Κώστα Τουρναβίτη (Αθήνα 2000)

Τη στιγμή λοιπόν που θέλουμε ανάπτυξη σε βάθος της κολύμβησης πρέπει να βρεθεί λύση στο πρόβλημα. Μόνο με αναθεώρηση των προγραμμάτων λειτουργίας των κολυμβητηρίων και των συλλόγων μπορούμε να το λύσουμε. Ξαναγυρίζοντας τώρα πίσω στο “διπλό πιάσιμο” όπως λέμε, στα στυλ ελεύθερο και ύπτιο μπορούμε να εντοπίσουμε στην σχέση που έχει η κίνηση των χεριών μεταξύ τους, μερικά “κρίσιμα σημεία” της τεχνικής. Το ένα, αυτό που αφορά την μέγιστη προώθηση είναι γνωστό από πολλές επιστημονικές μελέτες, ότι βρίσκεται προς το τέλος περίπου της τροχιάς του χεριού κάτω απ’ το σώμα. Απ’ το σημείο δηλαδή, που στο ελεύθερο η παλάμη βρίσκεται κάτω απ’ την κοιλιά και κινείται μέχρι πίσω όπου σχεδόν τεντώνει ο αγκώνας. Αυτή η κίνηση πρέπει να γίνει χωρίς ν’ αφήσει ο κολυμβητής το νερό να γλιστρήσει κάτω απ’ την παλάμη. Γιατί αν συμβεί αυτό, έχουμε πτώση της πίεσης που έχει δημιουργηθεί στην παλάμη, απ’ την συνεχώς νέα «ακίνητη» ποσότητα νερού που πιάνει το χέρι καθώς κινείται κωπηλατικά προς τα πίσω. Ανάλογα και στο ύπτιο το τελευταίο κομμάτι της τροχιάς του χεριού απ’ το σημείο που ανεβαίνει λίγο ψηλότερα, μέχρι κάτω στο γόνατο σχεδόν που φθάνει. Πρέπει να αναγκάσουμε τους μικρούς κολυμβητές μας να περάσουν χωρίς απώλειες πίεσης την παλάμη τους, απ’ αυτές τις θέσεις. Επομένως πρέπει να δώσουμε ασκήσεις προώθησης που να καλλιεργούν αυτά ιδιαίτερα τα σημεία. Μια τέτοια άσκηση είναι το ελεύθερο ή ύπτιο “ένα-ένα χέρι”, με παρόμοια αναλογική ανάλυση σε σχέση με την προώθηση. Με θέση όμως αφετηρίας των χεριών κάτω, χαμηλά στους μηρούς και μάλιστα απόλυτα κολλημένα με το σώμα. Είναι η άσκηση που ονομάζουμε «ένα-ένα χέρι με τα χέρια κάτω». Αυτή η αφετηριακή θέση των χεριών εκτός της έμφασης που δίνει στην τελική ώθηση αναγκάζει τους ώμους να παραμείνουν χαμηλά. Συχνά λάθος είναι η κολύμβηση με τους ώμους κολλημένους σχεδόν κοντά στα αυτιά. Έχει επίσης άλλο ένα πλεονέκτημα. Ρυθμίζει την αναπνοή έτσι ώστε να δημιουργούνται υποξικές προσαρμογές. Γιατί αναπνέοντας κάθε τρεις χεριές οι οποίες είναι αναγκαστικά ολοκληρωμένες στο τέλος τους και αργές έχουμε εισπνοή κάθε 5’’-10’’ δευτερόλεπτα. Χρόνος που ανάλογα με το επίπεδο του κολυμβητή ευνοεί περιβάλλον έλλειψης οξυγόνου σε αυστηρά μέτριες όμως εντάσεις.

Αποτελεί ‘’εφόδιο ζωής’’ αυτή η προσαρμογή, διότι ο οργανισμός μαθαίνει να δεσμεύει και να χρησιμοποιεί καλύτερα το μεταφερόμενο οξυγόνο από τους πνεύμονες και το αίμα.

Κώστας Τουρναβίτης

Η έλλειψη οξυγόνου σε μέτριες εντάσεις είναι το ενδιάμεσο σκαλοπάτι προσαρμογής της προπόνησης, που αναγκαστικά πρέπει να περάσουν οι κολυμβητές μας για να φθάσουν αργότερα σε οριακά επίπεδα μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου σε σχέση με την ηλικία τους. Αποτελεί ‘’εφόδιο ζωής’’ αυτή η προσαρμογή, διότι ο οργανισμός μαθαίνει να δεσμεύει και να χρησιμοποιεί καλύτερα το μεταφερόμενο οξυγόνο από τους πνεύμονες και το αίμα.

Βέβαια στα αρχάρια παιδιά ούτε να διανοηθεί μπορεί κανείς αναπνοή κάθε τρεις χεριές σ’ αυτήν την άσκηση. Την στιγμή τώρα που το χέρι εκτελεί ορθά αυτήν, την τελικής ωθήσεως κίνηση, μέγιστης προωθήσεως, στην ολοκληρωμένη κολύμβηση, -δηλαδή όχι άσκηση-, το άλλο χέρι μπορεί ευκολότερα να αρχίσει το πιάσιμο και να γίνει η έλξη, ενώ ακόμα δεν έχει τελειώσει η προς τα πίσω ώθηση του άλλου χεριού. Στα μικρά παιδιά δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε έτσι, αυτό που συνήθως καταλαβαίνουν είναι “το ένα χέρι να προλάβει το άλλο”. Αν όμως δεν προηγηθούν ορισμένοι μήνες αφομοίωσης, της προς τα πίσω τελικής ωθήσεως δεν έχουμε αποτέλεσμα. Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει αν δεν μάθουν ότι πίσω είναι η προωθητική δύναμη. Άλλωστε είναι απίθανο να καταφέρει κάποιο από τα παιδιά να κολυμπήσει πραγματικά σωστά με όλα τα στοιχεία της προχωρημένης τεχνικής όταν τα βάλουμε να κολυμπήσουν με ένταση. Δεν αντέχουν στο γρήγορο και σωστό σ’ αυτήν την ηλικία. Πρέπει να μάθουν το αργό-σωστό. Ένα δεύτερο “κρίσιμο σημείο” στο ελεύθερο που αφορά τις λιγότερες απώλειες στην εφαρμογή της μεγίστης προωθήσεως είναι η θέση ακινησίας (σχετική) της κεφαλής, όπως ένα άλλο της ίδιας μορφής σημείο, είναι η ανύψωση του αγκώνα στην φάση της έλξεως. Το ρολάρισμα (κλίση εκατέρωθεν του εγκαρσίου άξονα), επίσης του σώματος τόσο στο ελεύθερο όσο και στο ύπτιο. Όλα αυτά τα σημεία έχουν σχέση κυρίως με λιγότερες απώλειες και έμμεση γενικότερα συμμετοχή τους στην προώθηση. Για την ακινησία της κεφαλής στο ύπτιο μπορούμε να βάλουμε τα παιδιά να κάνουν ασκήσεις ισορροπίας μέσα στο νερό με διάφορα αντικείμενα στο κεφάλι. Με την προϋπόθεση ότι παραμένει το κεφάλι στην φυσική του θέση, εκεί που επιπλέει. Το κυριότερο μέρος της ακινησίας των μερών του σώματος που αναφέρθηκε στην αρχή του κεφαλαίου για τους καλούς κολυμβητές οφείλεται στην θέση – ακινησία του κεφαλιού, τόσο στο ελεύθερο, όσο και στο ύπτιο. Οι ρίζες αυτής της κακής συνήθειας των περιττών δηλαδή, κινήσεων του κεφαλιού βρίσκονται στα πρώτα κολυμβητικά χρόνια των αθλητών. Συνήθως εντοπίζονται στον φόβο του νερού, κατά την εκπνοή που μπορεί να εισχωρήσει όταν δεν υπάρχει καλός έλεγχος. Ανασηκώνουν δηλαδή την κεφαλή προς τα εμπρός και πάνω. Επίσης, η ελλιπής προσαρμογή του προσώπου με ανοιχτά μάτια και πλήρης ηρεμία μέσα στο νερό, κατά τις ασκήσεις προώθησης. Εδώ παίζει ρόλο και η θερμοκρασία του νερού. Το νερό επιδρά ψυχολογικά στον αρχάριο μέσω των τομέων της θερμότητας και του κυματισμού.

Η ακινησία της κεφαλής δείχνει ψυχική ηρεμία, αυτοπεποίθηση, σιγουριά, εξοικείωση με το υγρό στοιχείο.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το ψυχολογικό άγχος μεταφράζεται σε σφικτό αυχένα και άνω ωμική ζώνη. Για τους λόγους αυτούς πρέπει κατά την εκμάθηση να διδάσκουμε πρώτα την επίπλευση και τις βουτιές κάτω από την επιφάνεια. Την υποβρύχια δηλαδή άνεση. Η απόκτηση ανατροφοδότησης σε όλα τα προηγούμενα στοιχεία μας χαρίζει αυτήν την ψυχολογική ισορροπία που αντικατοπτρίζεται μέσα από τις ήρεμες, αρμονικές, νηφάλιες κινήσεις προώθησης των μικρών κολυμβητών. Εδώ πρέπει να ξανασημειώσουμε την επίδραση της θερμοκρασίας του νερού στην καλλιέργεια αυτών των ικανοτήτων. Για ανοικτά κολυμβητήρια, (για εκμάθηση και όχι για προπόνηση!), είναι απαραίτητοι οι 29 – 30 βαθμοί C και για κλειστά οι 28 – 29 βαθμοί C. Αυτό μας λέει η διεθνής πρακτική.

Τα “κρίσιμα σημεία” που αφορούν λιγότερες απώλειες, συνήθως τα διορθώνουμε κατά την διάρκεια της προπόνησης αντοχής με συγκεκριμένα διορθωτικά σινιάλα που έχουμε διδάξει προηγουμένως. Αφιερώνουμε κάθε προπόνηση σε ένα στυλ και διορθώνουμε τρία τέσσερα σημεία στην αρχή. Καθώς περνά ο καιρός μπορούμε να δώσουμε περισσότερα διορθωτικά σινιάλα σε ασκήσεις ‘κρίσιμων σημείων’. Αυτή η διαδικασία χρησιμοποιεί τις αρχές της κινητικής μάθησης. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες που επηρεάζουν την επίτευξη των κινητικών επιδεξιοτήτων, η οργάνωση της σειράς των ασκήσεων (προγραμματισμός διδασκαλίας) και η ατομική διδασκαλία κατά την εξάσκηση. Αυτό για να γίνει χρειάζεται συνεχής παρακολούθηση των μικρών κολυμβητών απ’ το πλάι της πισίνας κατά την διάρκεια προπόνησης μεγάλων αποστάσεων. Για δέκα μέτρα περίπου διορθώνουμε έναν κολυμβητή ύστερα τον επόμενο, κλπ. Θα χρειασθεί βέβαια ο προπονητής να διανύσει αρκετά χιλιόμετρα κι αυτός στο πλάι της πισίνας! Αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι δεν δίνουμε τυχαίες εικόνες διορθωτικές των “κρισίμων σημείων” με τα διορθωτικά σινιάλα μας στους κολυμβητές. Ακολουθούμε μια σειρά με αφετηρία τα “κρίσιμα σημεία προώθησης”, αυτό έχει μεγάλη σπουδαιότητα, αν δεν προωθηθούν αποτελεσματικά τότε θα είναι αδύνατη η βελτίωση στα σημεία “λιγότερων απωλειών”. Επίσης τα διορθωτικά σινιάλα διδάσκονται ξέχωρα και δίνονται σαν προπονητικά αντικείμενα σε ειδικό μέρος της προπόνησης ανάλογα με τον γενικό προγραμματισμό μας. Η επιλογή ενός στυλ ανά προπόνηση είναι αναγκαία σε άτομα 9-10 ετών για να μην περιπλέξουμε στο μυαλό τους τις ορθές κινήσεις. Άλλωστε έχει μεγαλύτερη φυσιολογική ωφέλεια ο οργανισμός με την εφαρμογή “μάκρο” προσαρμογών. Αυτήν την μέθοδο προπόνησης ονομάζουμε “τεχνική δια μέσου αντοχής” και μπορούμε να της δώσουμε μια ώθηση βελτίωσης (ανά στυλ πάντοτε) όταν προχωρήσει η προπόνηση. Η διάρκεια αυτής της “ώθησης” στην αρχή δεν πρέπει να ξεπερνά τα 20′ λεπτά της ώρας και σταδιακά να φθάσει τις τρεις φορές την εβδομάδα. Δεν μπορούμε εύκολα να περιγράψουμε αυτά τα όρια εφαρμογής της προπόνησης αερόβιου έργου στις ηλικίες 9-10-11 ετών, είναι διαδικασία σταδιακής καλλιέργειας των προσαρμογών όπου με μαθηματική λογική αυξάνουμε τις πιθανότητες προόδου, συναρτήσει βιολογικής και προπονητικής ηλικίας. Με παράλληλη σταδιακή εφαρμογή των τριών φορών την εβδομάδα. Πρέπει να αναφέρουμε ότι ο χρόνος των 20′ λεπτών είναι λίγος για παιδιά 12 ετών αλλά ο καταλληλότερος για τα μικρότερα παιδιά. Άλλωστε σε σχετική ερώτηση που έγινε από την πλευρά μας, στο σεμινάριο του ΣΕΠΚΥΣΚ τον Νοέμβριο του ’86 στον κ. Ernest W. Maglischo ήταν κατηγορηματικός ότι πρέπει δηλαδή σ’ αυτή την ηλικία (12 ετών) να προπονήσουμε σ’ όλα τα είδη προπόνησης (απαντώντας δεν αναφέρθηκε όμως σε ψηλά γαλακτικά επίπεδα όπως η προπόνηση ανοχής στο γαλακτικό οξύ). Θα έπρεπε ίσως ν’ αναπτύξουμε περισσότερο τον συλλογισμό μας γιατί εκλέγουμε τα 1500 ελευθέρου σαν παράδειγμα στην σχέση που υπάρχει μεταξύ τεχνικής υψηλής προωθητικής ποιότητας και αποθεμάτων ενέργειας για καλύτερη αξιοποίηση αυτής. Το πέρασμα απ’ τα κανάλια της αερόβιας διάσπασης του γλυκογόνου μας υποχρεώνει σε μεγαλύτερες χρονικά προσαρμογές σε μια κινητική δραστηριότητα όπως είναι οι περίπλοκες κωπηλατικές κινήσεις της προχωρημένης τεχνικής. Όπως επίσης έχουμε και το στοιχείο της καλύτερης μηχανικής απόδοσης μιας ομάδας μυών σε καταστάσεις όξινου περιβάλλοντος όταν υπάρχουν από προηγούμενα χρόνια συνεχείς αερόβιες προσαρμογές επί της ιδίας αποτελεσματικής προωθητικής τεχνικής. Δεν αλλοιώνεται η μηχανική των κινήσεων, ιδιαίτερα στα κρίσιμα χρονικά όρια που αλλάζει ο μεταβολισμός κατά τα τελευταία μέτρα μιας κούρσας των 100μ. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι περισσότεροι μεγάλοι κολυμβητές των 100μ-200μ πέρασαν απ’ τις μεγάλες αποστάσεις σε νεώτερη ηλικία. Ο Mark Spits, χρυσός ολυμπιονίκης επτάκις, στο Μόναχο το 1972, ήταν πρωταθλητής στα 1500μ σε νεαρά ηλικία. Άλλο παράδειγμα παρόμοιας τακτικής, ο Ιταλός Stefano Batistelli. Ενώ έχουμε παρόμοιες περιπτώσεις στον Ελληνικό χώρο με την Έλλη Ρουσάκη, τον Πασχάλη Ντάτσο, την Ανθή Ρενιέρη, την Βιβή Πρωτόπαπα και πληθώρα άλλων. Αν οι μικροί κολυμβητές μας μάθουν να κολυμπούν με σωστή τεχνική τις μεγάλες αποστάσεις δύσκολα θα αλλοιώνουν το στυλ τους στις μικρότερες και κυρίως θα μπορούν να την διατηρήσουν στις μεγάλες εντάσεις που θα τους υποβάλλουμε στην προπόνηση μετά τα 13-14 χρόνια.

Στόχος μας πρέπει να είναι η γραμμική απόκριση στην σχέση, μεταξύ υψηλής τεχνικής και μεγίστης προσλήψεως οξυγόνου, στην ηλικία των 12 ετών σε αγωνίσματα 400 – 800 μ. ελευθέρου και υπτίου.

Μετά από τρία χρόνια προπονητικής εργασίας βέβαια και πάνω στα πρότυπα που αναλύθηκαν ως τώρα. Αν πετύχουμε αυτό, δηλαδή να μην αλλοιώνεται η τεχνική στο ελεύθερο και ύπτιο σε δοκιμασίες 400-800 μέτρων σ’ αυτήν την ηλικία, σίγουρα η μεταγενέστερη ανάπτυξη της προπόνησης θα μας οδηγήσει σε καλύτερα απ’ τα σημερινά Ελληνικών δεδομένων αποτελέσματα. Αυτό που σημειώνουμε επίσης είναι η σημαντική βελτίωση των επιδόσεων στην ηλικία των 12 μόλις ετών χωρίς να καταφύγουμε σε προπονήσεις αποκλειστικά ανοχής γαλακτικού, εκτός από την πρώιμη μόνον αγωνιστική περίοδο. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι κατά την εκτέλεση έργου, μέγιστης προσλήψεως οξυγόνου απαιτείται και η συμμετοχή αναερόβιας παροχής ενεργείας. Γι’ αυτόν τον λόγο θέλει μεγάλη προσοχή η εφαρμογή ανάλογων προπονητικών προγραμμάτων σε άτομα ηλικίας 12 ετών.

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Ας περάσουμε τώρα στην πεταλούδα. «Κρίσιμο σημείο», είναι εκεί που έχουμε την μέγιστη πίεση και χρειάζεται η μεγαλύτερη δύναμη, με απλά λόγια απ’ τον κολυμβητή για να ωφεληθεί προωθητικά απ’ αυτήν, είναι το σημείο της τροχιάς των χεριών από κάτω απ’ την κοιλιά μέχρι την τελική ώθηση. Όπως και στο ελεύθερο δηλαδή, αλλά εδώ υπάρχει η πρόσθετη δυσκολία της “σύγχρονης κίνησης” των χεριών. Επιπλέον η ανυψωμένη θέση των αγκώνων δίνει την δυνατότητα καλύτερης έλξεως. Αυτή η παρατήρηση περικλείει κι όλη τη δυσκολία της πεταλούδας. Καθ’ ότι αυξάνεται η απαιτούμενη ενέργεια στην μονάδα του χρόνου. Αλλά και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό, η μεγαλύτερη μάζα σώματος είναι εκτός νερού κατά την επαναφορά των χεριών. Άρα υπάρχει μειωμένη ωφέλεια ανώσεως, εάν μάλιστα δεν έχει ολοκληρωθεί η εισπνοή και το κεφάλι δεν έχει εισέλθει εντελώς στο νερό κατά την επαναφορά, τότε η μειωμένη άνωση καθίσταται ο καθοριστικότερος ενεργοβόρος παράγοντας εν συνόλω.

“Κρίσιμο σημείο” λοιπόν στο τέλος της κίνησης, επομένως από εκεί πρέπει να αναγκάζονται τα χέρια να περνούν στις ασκήσεις προώθησης. Αν εφαρμόσουμε την ολοκλήρωση της κινήσεως σε δύο στάδια έχουμε ευκολότερη εφαρμογή της ορθής τεχνικής. Αυτό που κουράζει τα μικρά παιδιά στην πεταλούδα δεν είναι μόνον η σύγχρονη κίνηση τραβήγματος των χεριών, αλλά και η σύγχρονη επαναφορά έξω απ’ το νερό. Αν σταματήσουμε επομένως την κίνηση στο τελείωμα της χεριάς πίσω με τα χέρια κολλημένα στους μηρούς, μπορούμε να αναγκάσουμε τον κολυμβητή σε κίνηση όλης της επιθυμητής τροχιάς. Ταυτόχρονα να διδαχθεί την προαπαιτούμενη είσοδο του κεφαλιού στο νερό πριν την έξοδο-επαναφορά των χεριών εμπρός. Μια άσκηση με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι η άσκηση πεταλούδας “δύο-δύο-ένα” όπως την αποκαλούμε. Για να φθάσει όμως ο αρχάριος σ’ αυτή τη μορφή άσκησης πρέπει να γνωρίζει καλά την δελφινοειδή κίνηση της μέσης. Για ένα μεγάλο διάστημα πρέπει ν’ ασχοληθούμε στα μικρά παιδιά με την κίνηση “δελφίνι” όπως λέμε. Η κύρια δυσκολία που συναντάει ο προπονητής σ’ αυτό το στάδιο είναι το άνοιγμα των ποδιών. Χρήσιμες μπορούν να χαρακτηρισθούν οι ασκήσεις των κοιλιακών και των προσαγωγών μυών έξω απ’ το νερό. Η εμπέδωση της δελφινοειδούς κινήσεως γίνεται παράλληλα με την διδασκαλία της κινήσεως της κεφαλής ως αφετηριακής στο δελφίνι, όπως λέγεται αλλιώς η πεταλούδα. Άλλη μιά χρήσιμη άσκηση είναι το “δελφίνι πόδια – ελεύθερο χέρια”. Προσοχή όμως, στο άνοιγμα των ποδιών και την πιθανή όχι σύγχρονη κίνηση των ποδιών. Η έμφαση πάλι δίνεται στο τέλος της ώθησης με χαρακτηριστικό πέταγμα του νερού πίσω και μακριά. Μπορούμε να εφαρμόσουμε σε προαγωνιστικές κατηγορίες μιά σύνθεση των παραπάνω ασκήσεων ή άλλων παρομοίων προκειμένου να βελτιώσουμε τις προσαρμογές στην κίνηση της πεταλούδας και την απαιτούμενη ενέργεια για προώθηση. Αρχικά εφαρμόζουμε την “αργή διαλειμματική” με τα μικρά διαλείμματα, μέτρια ένταση και μεγάλη διάρκεια. Για ξεκούραση μπορούν να παρεμβληθούν πόδια πεταλούδας χωρίς όμως ν’ αλλοιώσουμε τα χαρακτηριστικά των προσαρμογών αντοχής που ζητάμε. Έτσι σταδιακά, μετά ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα μπορούμε να πετύχουμε το κολύμπι μεγαλυτέρων αποστάσεων πεταλούδας σε μορφή ασκήσεων προώθησης. Αυτό που έχει σημασία είναι η παροχή ενέργειας μέσα απ’ τα αερόβια μονοπάτια διάσπασης αυτής. Τότε μόνον μπορούμε να ελπίζουμε σε πραγματική εμπέδωση της προς τα πίσω ώθησης στην πεταλούδα. Η πεταλούδα περισσότερο από τα άλλα στυλ, έχει το χαρακτηριστικό της γρήγορης εισόδου των αναερόβιων μηχανισμών παροχής ενέργειας, εξαιτίας της μεγαλύτερης συμμετοχής μυϊκών ομάδων κατά την προώθηση στην μονάδα του χρόνου (κινητικότητα). Αλλά και της μεγαλύτερης αντίστασης στο τέλος της ώθησηs. Γι’ αυτό αργούμε αρκετά να βάλουμε σε μικρά παιδιά στην προπόνηση πεταλούδα σε πλήρη μορφή και προτιμάμε τις ασκήσεις για ολόκληρο σχεδόν το μέρος της προπόνησης που περιλαμβάνει πεταλούδα. Επειδή μάλιστα η πεταλούδα είναι ένα στυλ όπως όλα τα άλλα, χρήσιμο είναι να την καλλιεργούμε εξ’ ίσου όπως τα άλλα στυλ. Με την μορφή ασκήσεων δεν είναι δύσκολο. Προκατάληψη αρνητική υπάρχει στο θέμα αυτό. Αν μάλιστα εφαρμοσθούν οι αρχές της μεθόδου που έχει αναφερθεί μέχρι τώρα αυτό είναι εφικτό σε παιδιά ηλικίας 10-11 ετών. Στην μικρότερη ηλικία περιοριζόμαστε στην εκμάθηση όλων αυτών των κινήσεων όπως επίσης στην καλλιέργεια προσαρμογών των ποδιών και της μέσης. Ένα άλλο “κρίσιμο σημείο” είναι το πιάσιμο του νερού από τις παλάμες, απ’ την θέση της ανάτασης, όταν είναι εντελώς παράλληλα δηλαδή μεταξύ τους μπροστά απ’ το κεφάλι. Όπως επίσης, η κίνηση (κλίση) της παλάμης για μεγαλύτερη πίεση τόσο στο πιάσιμο όσο στην τελική ώθηση αλλά και σε ενδιάμεσα σημεία της τροχιάς. Αυτά όσον αφορά τα “κρίσιμα σημεία” μέγιστης προώθησης.

Ένα άλλο θέμα που σχετίζεται άμεσα είναι η ελαστικότητα των αρθρώσεων του ώμου. Σε μια έρευνα που έγινε από τον συγγραφέα σε ογδόντα παιδιά αγόρια και κορίτσια 6,7,8 ετών σε δημόσιο δημοτικό σχολείο (Αθήνα 1988), τα 5 στα 10 μόνον είχαν υποφερτή για κολύμβηση τροχιά άρθρωσης του ώμου. Μάλιστα στα κορίτσια το ποσοστό ήταν καλύτερο σε σχέση με τα αγόρια έφθανε το 65-70%. Η μόνη ερμηνεία που μπορούμε να δώσουμε είναι η μεγαλύτερη δυναμική κινητικότητα των αγοριών στα άνω άκρα και την επίδρασή της στην ικανότητα διάτασης των μυών της ωμικής ζώνης. Σε αντίστοιχη έρευνα σε 80 παιδιά 7,8,9 ετών που κολυμπούσαν από δύο έως τρία χρόνια, το ποσοστό ικανοποιητικής ευλυγισίας έφθανε γενικά σε 75%. Με τα κορίτσια πάλι μπροστά στο 80% . Η παρατήρηση κατά την δεύτερη έρευνα, ότι τα δύσκαμπτα παιδιά δυσκολευόντουσαν στην εκμάθηση της πεταλούδας νομίζω είναι προφανής. Ο καθένας μπορεί να έχει τα συμπεράσματά του όσον αφορά την καλλιέργεια της ελαστικότητας και της ευλυγισίας σε συνάρτηση με την γενική προπόνηση “τεχνικής + αντοχής” της βάσης της κολυμβητικής πυραμίδας. Η ευλυγισία μας δίνει έμμεσα λιγότερες απώλειες στην εφαρμογή της μέγιστης προώθησης. Ειδικά στην πεταλούδα που έχουμε σύγχρονη κίνηση των χεριών έξω απ’ το νερό κατά την επαναφορά.

Αποτελεί λοιπόν η ικανότητα διατάσεως και ευλυγισίας ένα έμμεσο “κρίσιμο σημείο” λιγότερων απωλειών.

Παρόμοια δράση έχει η κίνηση του κεφαλιού προς τα μέσα και κάτω κατά την είσοδο των χεριών στο νερό, πολύ βαθιά σχετικά στο νερό. Αναγκάζει την δελφινοειδή κίνηση να ξεκινήσει απ’ την αυχενική προς την θωρακική μοίρα των “ιδίως ραχιαίων” μυών, με αποτέλεσμα την μεγαλύτερη εργομηχανική απόδοση της μέσης κατά το δελφινοειδές χτύπημα των ποδιών. Ιδανική άσκηση στο σημείο αυτό, η κολύμβηση με πέδιλα και κεντρικό αναπνευστήρα.

Με τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω στοιχείων για την πεταλούδα μπορούμε να πετύχουμε μικρότερη έξοδο της ωμικής ζώνης από την επιφάνεια του νερού. Κάτι που μεταφράζεται σε μικρότερη μετωπική επιφάνεια του θώρακα κατά την εισπνοή. Κερδίζουμε σε αντίσταση και σε άνωση. Διότι εφ’ όσον οι ώμοι, με χρήση της ευλυγισίας πρωτίστως, παραμένουν περισσότερο μέσα στο νερό κατά την επαναφορά το όφελος είναι προφανές. Αυτές οι γνώσεις επί της τεχνικής είναι απαραίτητες κατά την έναρξη της διδασκαλίας της πεταλούδας. Προσωπικά έχουμε διαπιστώσει ότι είναι πρακτικά από πολύ δύσκολο έως απίθανο, να διορθώσουμε κολυμβητές πεταλούδας με αξιοσημείωτες επιδόσεις μάλιστα, στο λάθος της υπερβολικής εξόδου των ώμων και του κορμού έξω από το νερό στην πεταλούδα. Οι ευθύνες των δασκάλων εκμαθήσεως και των προπονητών παιδικής ηλικίας είναι μεγάλες, διότι καθορίζουν το αγωνιστικό μέλλον των ικανών για πρωταθλητισμό κολυμβητών.

Ως τελευταία ανάλυση ως προς τα «κρίσιμα σημεία» αφήσαμε το πολυπλοκότερο πρόσθιο.

Συνεχίζεται με το πρόσθιο και ολοκληρώνεται στο επόμενο…





Μια απάντηση στο “Λύση μόνο μέσω αναθεώρησης προγραμμάτων λειτουργίας κολυμβητηρίων των συλλόγων…”

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.