Συνδυαστική μελέτη εφηρμοσμένης προπονητικής, των ‘’μεταβλητών’’ των μηχανικών κινήσεων του σώματος και της επίδρασής τους  στις ενεργειακές προσαρμογές με την συστηματική άσκηση στο νερό.

Κώστας Τουρναβίτης

Το 1980 παρακολουθώντας από κοντά το πρωτάθλημα Ουγγαρίας, αυτό που εντυπωσίαζε μέσα στα άλλα ήταν η ηρεμία των κινήσεων ακόμα και κατά την μέγιστη προσπάθεια των καλών κολυμβητών που συμμετείχαν στους τελικούς. ΄Εβλεπε κανείς μάλιστα την διαφορά που είχε σ’ αυτό το θέμα ο πρώτος από τον πέμπτο π.χ. Με σαφώς καθαρότερο κολύμπι, όπως λέμε, από τους υπόλοιπους, παρακολούθησα τις προσπάθειες των Βλαντάρ,  Βέραστο και Χαργκιτάϋ. Ο τελευταίος πρέπει να ήταν πάνω από 27 ετών (με αρκετές συμμετοχές σε Ολυμπιακούς Αγώνες). Είχα την τύχη να παρακολουθήσω ορισμένες προπονήσεις τους, όπως και του Ντάρνυ σε παιδική ηλικία τότε, διότι με προπονούσε στην κολύμβηση ως μέλος της Εθνικής ομάδας Μοντέρνου Πεντάθλου στην κολύμβηση σε αρκετά μεγάλες περιόδους προετοιμασίας στην Βουδαπέστη, ο γνωστός κορυφαίος Ούγγρος προπονητής Λάζλο Κίς.

Αυτή η ηρεμία στις κινήσεις με έκανε να συνειδητοποιήσω πολλές λεπτομέρειες στην τεχνική αλλά και τον υψηλό βαθμό προσαρμογών που απαιτούν αυτές. Για να ολοκληρωθούν αυτές οι προσαρμογές χρειάζονται χρόνια. Αυτό που μπορούσε κανείς να παρατηρήσει επίσης, είναι ότι την διατήρηση της τεχνικής σε τόσο υψηλό επίπεδο, την πετύχαιναν με διαρκή ενασχόληση πάνω στην τεχνική με ειδικές ασκήσεις ακόμα και την τελευταία εβδομάδα πριν τους αγώνες. Παρακολουθούσα επί αρκετές ημέρες λίγο πριν τους αγώνες, τις προπονήσεις τους, καθώς επίσης και την προθέρμανση των αγώνων όπου χρησιμοποιούσαν κατά κόρον τις ασκήσεις.  Για να αντιληφθώ όμως πως έφθαναν σε τέτοιο σημείο υψηλής τεχνικής έπρεπε να παρακολουθήσω την προπόνηση σε μικρότερης ηλικίας κολυμβητές. Κυρίως πως ξεκίναγαν το κολύμπι σε μια προηγμένη κολυμβητικά χώρα. Αυτό κι έγινε τις εβδομάδες που βρέθηκα στην Βουδαπέστη τον Απρίλιο και τον Ιούνιο του 1980. Η εκμάθηση στην μικρή πισίνα είχε τα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού, της ησυχίας, της ηρεμίας, του πολύ ζεστού νερού (30 βαθμοί C) και της παρουσίας του δασκάλου μέσα στο νερό. Αμέσως άθελα μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες από την Ελληνική πραγματικότητα του τότε που δεν διαφέρει και πολύ από το σήμερα (2000), απλώς οι ποσότητες είναι διαφορετικές. Δέκα το πολύ παιδιά 5-7 ετών σε κάθε πισίνα εκμάθησης χωρίς κανένα να κλαίει γιατί δεν κρύωνε, έβλεπαν τους γονείς τους χωρίς να μπορούν να τους ακούσουν, (διότι υπήρχε ανάμεσά τους υαλοπίνακας), μάθαιναν ασκήσεις προώθησης μέσα στο νερό που απαιτούσαν χρήση της πλευστικότητας.  Στις ασκήσεις αυτές, διέκρινε κανείς την απλότητα στις κινήσεις, την αναγκαστική εκτέλεση των λεπτομερειών των “κρίσιμων σημείων” της ορθής τεχνικής. Αυτές οι κινήσεις που μάθαιναν κομματιαστά αφομοιωνόντουσαν σ’ αυτή την μικρή ηλικία. Δεν παρατήρησα μάλιστα σχεδόν καθόλου ολοκληρωμένη εκτέλεση κάποιου στύλ. Αυτό άλλωστε αποβαίνει καταστρεπτικό στην εκμάθηση γιατί αναγκάζει το νήπιο σε βιαστικές κινήσεις. Δεν υπάρχει βλέπετε η αντοχή στο κράτημα της αναπνοής, οπότε δεν προλαβαίνει να κολυμπήσει σωστά, το ελεύθερο για παράδειγμα. Αυτές οι ασκήσεις προώθησης όπως λέμε ακολουθούσαν τις ασκήσεις επίπλευσης που προηγήθηκαν. Δεν θα επεκταθώ στις ασκήσεις επίπλευσης το μόνο που πρέπει να σημειωθεί είναι η διαφορετική διάρκεια που απαιτείται σ’ αυτές από άτομο σε άτομο μέχρι να προχωρήσουμε σε ασκήσεις προώθησης. Άλλωστε αυτά αναλύονται σε άλλο κεφάλαιο του υπό έκδοση βιβλίου μου.

Η κομματιαστή διδασκαλία είναι γνωστή, το σημαντικό όμως είναι η αναγκαστική εκτέλεση των “κρίσιμων σημείων” της τεχνικής μέσα απ’ τις ασκήσεις προώθησης. Ποιές είναι αυτές οι ασκήσεις και ποιά τα “κρίσιμα σημεία” της τεχνικής υψηλών επιδόσεων; Αυτή είναι η πρακτική πλευρά του θέματος και είναι εκείνη που μας απασχολεί την στιγμή που ο στόχος είναι η ανάπτυξη της κολύμβησης με γνώμονα τις υψηλές επιδόσεις. Νωρίτερα αναφέρθηκε ότι οι λεπτομέρειες της τεχνικής απαιτούν προσαρμογές που χρειάζονται χρόνια για να γίνουν. Αυτό είναι αναγκαίο να συμβεί διότι δεν γίνεται διαφορετικά. Η φυσιολογία της άσκησης διαμέσου της βιοχημείας μας δίνουν την επιστημονική ερμηνεία και διάσταση της προηγούμενης πρότασης. Αναγκαστικά λοιπόν καταφεύγουμε στην επιστήμη, η γνώση της οποίας είναι αυτονόητο ότι μας δίνει το γιατί πράττουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο και όχι διαφορετικά. Επιπλέον, μας δίνει την ευχέρεια να διακρίνουμε την εξήγηση πολλών πραγμάτων που δεχόμαστε εμπειρικά, διότι είναι προφανή αλλά κυρίως μας δείχνει τον δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε κατά την προπόνηση της βάσης της κολυμβητικής πυραμίδας και να μας οδηγήσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

΄Οσον αφορά τις ασκήσεις προώθησης μπορώ να αναφέρω αρκετές, περισσότερο χρήσιμο είναι η περαιτέρω ανάλυση των «κρίσιμων σημείων» της τεχνικής. Αυτό το τελευταίο μπορεί να βοηθήσει περισσότερο τους ασχολούμενους με τις μικρές ηλικίες προπονητές γιατί μπορεί ο καθένας να εφαρμόσει δικές του ασκήσεις ή συνδυασμό ασκήσεων που να έχουν τα ζητούμενα χαρακτηριστικά. Η ορολογία “κρίσιμα σημεία” έχει τις βάσεις της στην μηχανική των ρευστών και είναι τα σημεία που συμβαίνουν δύο πράγματα. Το ένα είναι η μέγιστη προώθηση και το άλλο οι λιγότερες δυνατές απώλειες στην εφαρμογή αυτής. (Σημειώσεις μηχανικής των ρευστών Ν.ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ Καθηγητού Ε.Μ.Π.).  Δηλαδή, αφ’ ενόs έλκουμε – ωθούμε νερό για να προχωρήσουμε εμπρός και αφ’ ετέρου πρέπει να εμποδίσουμε αντίθετες κινήσεις που μειώνουν το γλίστρημα. Είναι δύο αλληλοσυγκρουόμενες καταστάσεις που αγγίζουν την σύγχρονη θεωρία της «Χαοτικής Δυναμικής» (Ομιλία του Καθηγητού Ι.Σ. ΝΙΚΟΛΗ του Πανεπιστημίου Πατρών με θέμα «Χαοτική Δυναμική». Μία κατ’ εξοχήν «χρήσιμη επιστήμη» εφαρμογή στην Φυσική και Βιολογία).  Εφαρμόζονται οι αρχές της υδροδυναμικής όπως σε όλα τα αντικείμενα, έτσι και στους ζωντανούς οργανισμούς που κινούνται στο νερό.  (Αριστοτέλους, ΠΕΡΙ ΠΟΡΕΙΑΣ ΖΩΩΝ XV).

Τα άτομα που απλώς γυμνάζονται χωρίς πρωταθλητικές βλέψεις, αλλοιώνουν αναγκαστικά την προπόνηση των ικανότερων”

Κώστας Τουρναβίτης – Προπονητής κολύμβησης / Μοντέρνου Πεντάθλου

ΕΛΕΥΘΕΡΟ – ΥΠΤΙΟ

Ας αρχίσουμε λοιπόν από αυτά τα στυλ με την λεγόμενη “εναλλασσόμενη κίνηση” των χεριών. Το ελεύθερο και το ύπτιο έχουν αυτό το κοινό γνώρισμα της συμμετρικής εναλλασσόμενης κίνησης των χεριών στην προώθηση. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όταν το ένα χέρι τραβάει νερό για να προωθηθεί το σώμα, το άλλο χέρι βρίσκεται αντίστοιχη διάρκεια έξω απ’ το νερό στην φάση της ανάληψης-επαναφοράς, όπως λέμε, αυτή είναι κριτική παρατήρηση αλλά και κοινό γνώρισμα όλων των παγκοσμίου επιπέδου κολυμβητών.

Για κάποια χρονική στιγμή έχουμε ταυτόχρονη κίνηση των χεριών μέσα στο νερό. Το ένα εμπρός στην “έλξη” και το άλλο πίσω στην «τελική ώθηση». Χαρακτηριστικό τόσο του ελευθέρου όσο και του υπτίου. Αυτή η σχέση μεταβάλλεται ανάλογα με τις κωπηλατικές κινήσεις έλξης-ώθησης που καταφέρνει ο κολυμβητής κάτω απ’ το νερό οι οποίες με την σειρά τους είναι συνάρτηση της προπόνησης. Αν έχει δηλαδή την ενέργεια και τις δυνάμεις να τραβήξει τόσο πολύ νερό. Γι’ αυτό ειπώθηκε νωρίτερα ότι για να επιτευχθεί η υψηλή τεχνική μεγάλων επιδόσεων χρειάζονται προσαρμογές πολλών ετών.

Διότι οι ενεργειακές προσαρμογές απαιτούν χρόνο.

Οι βάσεις τώρα των κινήσεων αφομοιώνονται στην μικρή ηλικία. Πρέπει δηλαδή να πετύχουμε την εκτέλεση ορθών κινήσεων υψηλής προωθητικής ποιότητας με την χρήση της αντοχής των κολυμβητών. Συνδυάζεται δηλαδή η προπόνηση αντοχής με την τεχνική.  Το προϊόν αυτού του συνδυασμού είναι η αεροβική ενεργειακά προώθηση του σώματος με την βοήθεια κινήσεων που δίνουν την μέγιστη δυνατήν προώθηση υπό την συνθήκη της αεροβιώσεως ως προϋπόθεση.  Αυτό είναι το σημαντικότερο στοιχείο στην προπόνηση της βάσης της κολυμβητικής πυραμίδας όταν έχουμε υψηλούς στόχους και χρειάζονται μερικά χρόνια μέχρι να το πετύχουμε. Γιατί η μέγιστη προώθηση επιτυγχάνεται από ένα μέτριο κολυμβητή  με χρήση ενέργειας κατ’ εξοχήν από αναερόβια στο μεγαλύτερο ποσοστό διάσπαση του γλυκογόνου. Αν συνέβαινε το αντίθετο θα μπορούσε να κολυμπήσει κι αυτός 1.500 μ σε χρόνους κάτω από 16′.00” π.χ.  Αυτή η επίδοση είναι πολύ μέτρια οπωσδήποτε σήμερα (2000) στο διεθνή χώρο. Δεν μπορεί να κρατήσει μ’ άλλα λόγια έναν υψηλό ρυθμό μετά από λίγα λεπτά της ώρας γιατί η ορθή τεχνική δεν καλλιεργήθηκε από την μικρή ηλικία μέσα από το φάσμα της προπόνησης αντοχής. Αυτή η περίοδος μάλιστα διαρκεί αρκετά χρόνια. Διότι ως γνωστόν οι προσαρμογές της αντοχής σε επίπεδο μυϊκού κυττάρου, οξεοβασικής ισορροπίας γενικά, β’ οξειδώσεως και γλυκονεογεννέσεως στο συκώτι και τα νεφρά, χρειάζονται ερέθισμα μεγάλης διάρκειας, πολύ μεγάλης μπορούμε ορθότερα να αναφέρουμε για την επιτυχία διεθνούς επιπέδου επιδόσεων.

Η ορθή τεχνική με απλά λόγια συνίσταται στην διαρκή εκμετάλλευση της αυξημένης πίεσης (υδροδύναμης), που δημιουργείται στιs παλάμες και τα πέλματα (ραχιαία ή πελματιαία επιφάνεια ανάλογα με το στύλ) με τις κωπηλατικές κινήσεις έλξεως – ωθήσεως κάτω από το νερό. Άρα απαιτεί πολύ μεγάλο ενεργειακό δυναμικό από τον κολυμβητή.

Ο μέτριος κολυμβητής αφήνει την πίεση και μειώνεται, αφήνει το νερό να γλιστρήσει κάτω από την παλάμη ανεκμετάλλευτο, αυτό συμβαίνει γιατί η μεγάλη πίεση χρειάζεται και πολλές δυνάμεις, χημική ενέργεια των μυών σε τελική ανάλυση. ΄Οταν λοιπόν δεν έχει αυτήν την ενέργεια στη διάθεσή του μετά από έντονη άσκηση τριών – τεσσάρων λεπτών, τι σημαίνει αυτό;  ΄Οτι η αντοχή του γενικά δεν επαρκεί για δημιουργία μεγάλων πιέσεων στις παλάμες για μεγάλο χρονικό διάστημα, μερικών δεκάδων λεπτών της ώρας ακριβέστερα.  Άρα θα έπρεπε να έχει γυμναστεί για περισσότερη χρονική διάρκεια πάνω στην αντοχή στα τέσσερα βασικά επίπεδα που αναφέρθηκαν πριν λίγο. (Μυϊκό κύτταρο, β’ οξείδωση, οξεοβασική ισορροπία, γλυκονεογένεση). Εφαρμόζοντας όλα τα γνωστά είδη προπόνησης αντοχής πάνω στην μεθοδολογία των ασκήσεων προώθησης, πετυχαίνουμε ένα σταδιακό πέρασμα απ’ όλα τα “κρίσιμα σημεία” της τεχνικής την ίδια στιγμή που δημιουργούνται οι απαραίτητες φυσιολογικές προσαρμογές. Η διαρκής επανάληψη των ασκήσεων, αφού κάνουμε προπόνηση αντοχής, βοηθάει στην καλύτερη αφομοίωση. Είναι επίσης, σημαντικός παράγοντας για απόκτηση ανατροφοδοτήσεως των ορθών κινήσεων (εγκέφαλος – νευρικό σύστημα). Τρίτη μεγάλη ωφέλεια αυτής της μεθόδου προπόνησης. Η σειρά τώρα, των ασκήσεων προώθησης από το εύκολο στο δύσκολο, απ’ το απλό στο σύνθετο προσαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα κολυμβητών. Από την εκμάθηση στους αρχάριους, στους περισσότερο προχωρημένους, στις προαγωνιστικές ομάδες και τέλος στις αγωνιστικές ομάδες σε ορισμένες περιόδους της προπόνησης. Στους φθασμένους κολυμβητές και κολυμβήτριες οι ασκήσεις έχουν διορθωτικό χαρακτήρα συνήθως αλλά συμβάλλουν και στην συντήρηση της προχωρημένης τεχνικής. Μπορούμε βέβαια να χρησιμοποιήσουμε την μορφή της “αργής διαλειμματικής προπόνησης” εκμεταλλευόμενοι το οριοθετημένο μικρό διάλειμμα για διορθώσεις πάνω σε λανθασμένες κινήσεις. Για να γίνει αυτό πρέπει προηγουμένως να έχουν διδαχθεί – αφομοιωθεί οι ασκήσεις διότι το περιορισμένο διάλειμμα των λίγων δευτερολέπτων δεν επιτρέπει πολλές λεπτομέρειες στις διορθώσεις. Κάθε προπόνηση έχει ένα στόχο, όσον αφορά ποιο σημείο της τεχνικής και ποιο στυλ θέλουμε να βελτιώσουμε. Στα αρχάρια παιδιά τα προπονητικά αντικείμενα που περιλαμβάνουν τον στόχο είναι δύο-τρία το πολύ, γιατί δεν αφομοιώνονται εύκολα τα περισσότερα. Στις προαγωνιστικές κατηγορίες μπορούμε να δώσουμε περισσότερο σύνθετη μορφή. Η κύρια δυσκολία στην εφαρμογή τέτοιας προπόνησης σε εννιάχρονα – δεκάχρονα παιδιά είναι η έλλειψη αερόβιων προσαρμογών στα βασικά επίπεδα που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Αυτό δημιουργεί πρόσθετη δαπάνη ενέργειας, αν επιμείνουμε μάλιστα έχουμε μυϊκό κάματο με πολύ άσχημα αποτελέσματα στην εφαρμογή ορθής τεχνικής. Διότι μη δυνάμενος ο παιδικός οργανισμός, να συνεχίσει με αερόβια παροχή ενέργειας τοπικά μυϊκά, καταφεύγει σε άλλο ενεργειακό μονοπάτι.  Αυτό το σύστημα ενέργειας όμως στην παιδική ηλικία δεν αποδίδει διότι δεν έχει ολοκληρωθεί η βιολογική ανάπτυξη που θα επιτρέψει την παροχή των απαραίτητων ενζύμων.  Για αυτό λέμε ότι η προπόνηση ανοχής γαλακτικού, καθώς και η επαναληπτική ρυθμού αγώνα (παρατεταμένης διάρκειας πενηντάρια σ’ αυτή την ηλικία), δεν συμβαδίζει με τις απαιτούμενες προσαρμογές κατά την παιδική ηλικία λόγω ορμονικού προφίλ.

Δυστυχώς τέτοιου είδους προπόνηση γίνεται συχνά στην χώρα μας σε μικρά παιδιά. Πρώτα οφείλουμε, σεβόμενοι τους βιολογικούς νόμους, να δώσουμε την τεχνική μέσα απ’ την αντοχή και αρκετά χρόνια μετά θα βγάλουμε επίδοση. Αυτό προτείνουμε ως αξίωμα της προπονητικής.

Για να μην παρεξηγηθούμε στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσουμε ότι αν αρχίσει αυτή η διαδικασία στην ηλικία των οκτώ ετών η επίδοση θα έρθει στην εφηβεία, εάν αρχίσει όμως πέντε ετών, η επίδοση μπορεί να έρθει στην πρώιμη εφηβεία. Πόση όμως θα είναι η διάρκεια της κολυμβητικής καριέρας τέτοιων κολυμβητών και κυρίως κολυμβητριών; Οφείλουμε να μην επιδιώκουμε τούs κορυφαίους χρόνουs στις μικρές αποστάσεις μέχρι έντεκα ετών στα κορίτσια και δώδεκα στα αγόρια. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούμε να φθάσουμε τέσσερα χιλιόμετρα ημερησίως σε δέκα-έντεκα ετών, ηλικίας άτομα ανάλογα τον προγραμματισμό μας και το επίπεδο των παιδιών. (Πρέπει να έχουν αρχίσει κολύμπι τουλάχιστον τρία χρόνια πριν). Αν τα χιλιόμετρα αυτά είναι σε τεχνική και αντοχή χωρίς αύξηση του όξινου περιβάλλοντος στον οργανισμό, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αυτό ίσως που πρέπει να προσέξουμε είναι η κατά περιόδους ελάττωση της προπόνησης στο νερό για αποφυγή τραυματισμών, καταπολέμηση της ανίας των παιδιών και τη βοήθεια της σωματικής τους αναπτύξεως.  Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό και ίσως δεν του δίνεται η ανάλογη σημασία. Η δυσκολία σ’ αυτήν την προπονητική βαθμίδα  βρίσκεται στην ικανότητα ανιχνεύσεως απ’ τον προπονητή του επιπέδου του μεταβολισμού και του ελαφρά οξίνου περιβάλλοντος κατά την διάρκεια της προπόνησης. Εδώ χρειάζεται διαίσθηση και προηγούμενη πείρα από κολυμβητική σταδιοδρομία, χωρίς αυτό να είναι απόλυτο. Γιατί αν έχει περάσει κανείς απ’ τα κανάλια της κολυμβητικής προπονήσεως είναι αρκετά ευκολότερο να αντιληφθεί σε τι σημείο βιολογικό και επίπεδο μεταβολισμού βρίσκονται τα παιδιά που προπονεί.

Αυτό που προκύπτει είναι ο αναγκαίος διαχωρισμός των ομάδων ανάλογα με τις «φυσιολογικές» τους ικανότητες. Τα άτομα που απλώς γυμνάζονται χωρίς πρωταθλητικές βλέψεις, αλλοιώνουν αναγκαστικά την προπόνηση των ικανότερων.

Συνεχίζεται…