Επιμέλεια: Εβελίνα Σανιδά

«Πιστεύαμε πως το πεπρωμένο μας είναι γραμμένο στα αστέρια. Τώρα γνωρίζουμε ότι είναι στα γονίδιά μας».

Η φράση αυτή ανήκει στον αμερικανικής καταγωγής βιολόγο, γενετιστή και ζωολόγο, James Watson, που το 1953 ανακάλυψε τη δομή του DNA, για την οποία και βραβεύθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Ιατρικής και Φυσιολογίας το 1962.

Η αποκρυπτογράφηση των γονιδίων αποτέλεσε και αποτελεί τεράστια πρόκληση για την επιστήμη και έθεσε τις βάσεις για τον γενετικό ανασυνδυασμό, την κλωνοποίηση και τη γονιδιακή θεραπεία χρόνιων νόσων στο μέλλον.

Σ΄αυτόν τον τομέα η χώρα μας πρωτοπορεί συμμετέχοντας από το 2016 σε μία μεγάλη μελέτη 10 χωρών, με τίτλο «Προληπτική φαρμακογονιδιωματική ανάλυση για την πρόληψη ανεπιθύμητων ενεργειών φαρμάκων» (PREemptive Pharmacogenomic testing for Preventing Adverse drug RΕactions – PREPARE). Η μελέτη χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με 15 εκατ. ευρώ, υλοποιείται στο πλαίσιο του προγράμματος Horizon 2020 και είναι η πρώτη προληπτικής εφαρμογής της φαρμακογονιδιωματικής και εξατομικευμένης θεραπείας στην κλινική πράξη.

Της συγκεκριμένης έρευνας από ελληνικής πλευράς ηγείται ο καθηγητής Φαρμακογονιδιωματικής και Φαρμακευτικής Βιοτεχνολογίας στο Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Πατρών, τακτικό μέλος και εκπρόσωπος της Ελλάδας στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ), Γιώργος Πατρινός, ο οποίος είναι ο επιστημονικός υπεύθυνος του πρώτου Πανεπιστημιακού Εργαστηρίου Φαρμακογονιδιωματικής και Εξατομικευμένης Θεραπείας που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα.

Στόχος της συγκεκριμένης μελέτης είναι να εξετάσει κλινικά, βάσει γενετικού προφίλ, κατάλληλους γενετικούς βιοδείκτες που μπορούν να καθοδηγήσουν την επιλογή του φαρμάκου και της δόσης με σκοπό τη μείωση της εμφάνισης και της σοβαρότητας ανεπιθύμητων ενεργειών. Η επιστημονική υπόθεση είναι ότι αυτή η εφαρμογή της PGx-καθοδηγούμενης επιλογής φαρμάκου και δόσης θα οδηγήσει κατά μέσο όρο σε 30% μείωση των κλινικά σημαντικών παρενεργειών (Adverse Drug Reactions, ADRs).

“Στην περίπτωση των αθλητικών επιδόσεων μπορεί να φανταστεί κανείς κάποιον ενδιαφερόμενο να λάβει εσφαλμένα τη διαβεβαίωση ότι έχει το ” γενετικό προφίλ ” δρομέα αντοχής και στην προσπάθειά του να τρέξει μεγάλες αποστάσεις να υποστεί καρδιακή ανακοπή και να καταλήξει”

Η εξέλιξη της γονιδιακής θεραπείας προχωρά με γρήγορους ρυθμούς. Τρέχουσες εκτιμήσεις δείχνουν ότι περίπου 20.000 γονίδια κωδικοποιούν πρωτεΐνες, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται και ο αριθμός των λειτουργικών RNA που δεν κωδικοποιούν πρωτεΐνες. Έτσι, είναι ευκολότερη η εύρεση της μοριακής βάσης των κληρονομήσιμων γενετικών ασθενειών. Η πλειονότητα των κλινικών δοκιμών γονιδιακής θεραπείας μέχρι σήμερα αφορά την προσθήκη γονιδίου. Πόσο εύκολα, όμως, θα μπορούσαν να τροποποιηθούν και αντί για ίαση ασθενειών να έχουμε τρομακτικές συνέπειες γονιδιακού ντοπαρίσματος αθλητών;

H ανησυχία για τον κίνδυνο γενετικού ντόπινγκ πρώτο-εμφανίστηκε το 1998, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του Σίδνεϋ. Η εξέλιξη της γενετικής στα χρόνια που ακολούθησαν, καθώς και τα πρώτα βήματα στην ανάδειξη γονιδίων με συγκεκριμένες αποστολές, πολλαπλασίασαν τον εφιάλτη. Έκτοτε, το γενετικό ντόπινγκ στοιχειώνει τον ύπνο των «αθανάτων» της ΔΟΕ, αλλά και του συνόλου της διεθνούς αθλητικής ιατρικής κοινότητας, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος με τέτοιες παρεμβάσεις όχι απλώς να τροποποιηθεί η γενετική σύσταση και η απόδοση του αθλητή, αλλά να τροποποιηθεί και η γενετική σύσταση του ίδιου του ανθρώπινου είδους, με απρόβλεπτες επιπτώσεις.

Ηθική των γενετικών δοκιμών και έρευνας στον αθλητισμό

Το 2003, η Αυστραλιανή Επιτροπή Μεταρρυθμιστικής Νομοθεσίας και το Εθνικό Συμβούλιο Υγείας και Ιατρικής Έρευνας πρότειναν την τροποποίηση των νόμων περί διακρίσεων για να καταστεί παράνομη η διάκριση στην πραγματική ή αντιληπτή γενετική κατάσταση ενός ατόμου, υπό τον φόβο ότι οι γενετικοί έλεγχοι θα οδηγήσουν σε διακρίσεις.

Το 2015 μία ομάδα γενετιστών τοποθετήθηκε αναφορικά με το ζήτημα των γενετικών τεστ στον αθλητισμό:

Η γενική συναίνεση μεταξύ των ερευνητών της γενετικής του αθλητισμού και της άσκησης είναι ότι οι γενετικές δοκιμές δεν μπορούν να παίξουν ρόλο στην αναγνώριση ταλέντων ή στην εξατομικευμένη συνταγή εκπαίδευσης για τη μεγιστοποίηση της απόδοσης. Παρά την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε η άνοδος μιας αναδυόμενης αγοράς γενετικών αναλύσεων, αμέσου προς τον καταναλωτή προώθησης τεστ (Direct-To-Consumer – DTC) που ισχυρίζονται ότι είναι σε θέση να εντοπίσουν τα αθλητικά ταλέντα των παιδιών. Οι καταναλωτές στόχος είναι κατά κύριο λόγο προπονητές και γονείς. Στις μέρες μας υπάρχει μεγάλη ανησυχία μεταξύ της επιστημονικής κοινότητας ότι το τρέχον επίπεδο γνώσεων παρουσιάζεται εσφαλμένα για εμπορικούς σκοπούς. Παραμένει η έλλειψη γενικά αποδεκτών κατευθυντήριων γραμμών και νομοθεσίας για τις δοκιμές DTC σε σχέση με όλες τις μορφές γενετικών δοκιμών και όχι μόνο για την ταυτοποίηση ταλέντων, αλλά επίσης και για την εξατομίκευση της δίαιτας (γνωστής και ως διατροφογενετικής / διατροφογονιδιωματικής). Υπάρχει ανησυχία για την έλλειψη σαφήνειας πληροφοριών σχετικά με το ποια συγκεκριμένα γονίδια ή παραλλαγές δοκιμάζονται και την σχεδόν καθολική έλλειψη κατάλληλης γενετικής συμβουλευτικής για την ερμηνεία των γενετικών δεδομένων στους καταναλωτές. Επιπλέον, ανεξάρτητες μελέτες έχουν εντοπίσει ζητήματα που σχετίζονται με τον ποιοτικό έλεγχο από εργαστήρια DTC με διαφορετικά αποτελέσματα να αναφέρονται από δείγματα του ίδιου ατόμου. Κατά συνέπεια, στην τρέχουσα κατάσταση γνώσης, κανένα παιδί ή νεαρός αθλητής δεν πρέπει να εκτίθεται σε γενετικούς ελέγχους DTC για να καθορίσει ή να αλλάξει την αθλητική του κατάρτιση ή για ταυτοποίηση ταλέντων με στόχο την επιλογή ταλαντούχων παιδιών ή εφήβων. Τα μεγάλης κλίμακας συνεργατικά έργα, μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη ισχυρότερης επιστημονικής βάσης για αυτά τα θέματα στο μέλλον. (Br J Sports Med. 2015 Dec; 49(23): 1486–1491)

Το 2016 το Αυστραλιανό Ινστιτούτο Αθλητισμού (AIS) προκειμένου να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις των πρόσφατων εξελίξεων στον τομέα της γενετικής και των επιπτώσεων στην υγεία και την ευημερία των αθλητών τοποθετήθηκε ως εξής :

Οι γενετικοί έλεγχοι έχουν αποδειχθεί αξιόλογοι στην πρακτική της κλινικής ιατρικής. Ωστόσο, προς το παρόν δεν υπάρχουν επαρκείς γνώσεις για τη χρήση γενετικών δοκιμών για βελτίωση της αθλητικής απόδοσης, επιλογή αθλήματος ή ταυτοποίηση ταλέντων. Οι αθλητές και οι προπονητές θα πρέπει να αποθαρρύνονται από τη χρήση γενετικών τεστ που απευθύνονται απευθείας προς τον καταναλωτή, λόγω της έλλειψης επικύρωσης και επαναληψιμότητας, αλλά και της έλλειψης συμμετοχής ενός ιατρού στη διαδικασία. Η μεταφορά γενετικού υλικού ή γενετικής τροποποίησης κυττάρων για βελτίωση της απόδοσης είναι γονιδιακό ντόπινγκ και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αθλητές. Υπάρχουν, ωστόσο, έγκυροι ρόλοι για τη γενετική έρευνα και το AIS υποστηρίζει τη γενετική έρευνα που στοχεύει στην ενίσχυση της κατανόησης της ευαισθησίας των αθλητών σε τραυματισμούς ή ασθένειες. Η γενετική έρευνα πρέπει να διεξάγεται μόνο μετά από προσεκτική εξέταση μιας σειράς ηθικών ανησυχιών που περιλαμβάνουν την παροχή επαρκούς συναίνεσης κατόπιν ενημέρωσης. Το AIS δεσμεύεται να παρέχει ηγετική θέση στην παροχή ενός ηθικού πλαισίου που προστατεύει την ευημερία των αθλητών και την ακεραιότητα του αθλητισμού, στον ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο της γονιδιωματικής επιστήμης. (Nicole Vlahovich, Peter A Fricker, Matthew A Brown, David Hughes)

Υπάρχουν επιστημονικές ενδείξεις ότι οι γενετικοί έλεγχοι μπορούν να αναγνωρίσουν το ταλέντο στον αθλητισμό;

Τα τελευταία χρόνια φαίνεται πως η γονιδιακή διαφορετικότητα των ανθρώπων έχει γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Ο γονιδιακός έλεγχος αθλητικών επιδόσεων, προτείνεται σε γονείς και προπονητές προκειμένου μέσω του γενετικού υλικού (που απομονώνεται από σάλιο ή άλλα βιολογικά υλικά) να διαπιστωθεί αν το παιδί – αθλητής διαθέτει εκείνες τις γενετικές παραλλαγές σε συγκεκριμένα γονίδια, αν έχει έφεση και τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για το άθλημα που επιθυμεί, αν του ταιριάζουν ομαδικά ή ατομικά σπορ, ταχύτητας, δύναμης ή αντοχής, ποιες οι διατροφικές του ανάγκες για διάρκεια στην απόδοση και σωστή αποκατάσταση.

Τα περισσότερα από τα γονίδια που πιστεύεται ότι συμβάλλουν στην αθλητική απόδοση δεν έχουν μελετηθεί σωστά, ενώ οι όποιες συσχετίσεις γονιδίων και αθλητικών επιδόσεων δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί και κατοχυρωθεί επιστημονικά.

Ορισμένα γονίδια έχουν βρεθεί ότι σχετίζονται με την απόδοση αντοχής (ACE Ι/D genotype) και την ταχύτητα και την απόδοση ισχύος (ACTN3 RR genotype). Ωστόσο, 20 εκατομμύρια άνθρωποι στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν τον γονότυπο RR, αλλά μόνο ένα μικρό ποσοστό από αυτούς είναι ελίτ αθλητές. Οι ερευνητές προτείνουν ότι η παρουσία του γονότυπου RR εξηγεί λιγότερο από το 1% της απόδοσης της ικανότητας του να είναι ένας αθλητής σπρίντερ υψηλών επιδόσεων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση ενός ζεύγους ομοζυγωτικών διδύμων ολυμπιακών αθλητών στο βάδην, ενός ολυμπιονίκη σε τρεις διαδοχικές Ολυμπιάδες και του δίδυμου αδελφού του που όμως υστερούσε. Οι μετρήσεις που δημοσιεύθηκαν στο International Journal of Sport ’s Medicine έδειξαν ότι οι μεταξύ τους διαφορές στις σχετικές με το αγώνισμα βιολογικές παραμέτρους ήταν ασήμαντες, ενώ σε ψυχολογικά γνωρίσματα ήταν ιδιαιτέρως σημαντικές. Έτσι, φαίνεται ότι η διαφορά μεταξύ προικισμένων αθλητών δεν βρίσκεται μόνο στις φυσιολογικές λειτουργίες, αλλά και στην ευψυχία, στην ικανότητα για εγκεφαλική διέγερση και υπέρβαση των ψυχολογικών ορίων. Η ολυμπιακή νίκη είναι συγκερασμός οργανικών και ψυχολογικών παραγόντων.

Η αθλητική απόδοση επηρεάζεται επίσης έντονα και από το περιβάλλον. Παράγοντες όπως η υποστήριξη που λαμβάνει ένα άτομο από την οικογένεια και τους προπονητές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις που επιτρέπουν σε κάποιον να συνεχίσει τη δραστηριότητα, η διαθεσιμότητα πόρων και η ηλικία ενός ατόμου σε σύγκριση με τους συνομηλίκους του, φαίνεται πως παίζουν ρόλο στην αθλητική αριστεία. Το περιβάλλον και τα γονίδια ενός ατόμου επηρεάζουν το ένα το άλλο, οπότε μπορεί να είναι δύσκολο να διαχωριστούν οι επιπτώσεις του περιβάλλοντος από αυτές της γενετικής.

Ο καθηγητής Γιώργος Πατρινός επισημαίνει την ύπαρξη αρκετών εργαστηρίων γενετικών αναλύσεων, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις Η.Π.Α., τα οποία έχουν συνάψει συνεργασίες με φαρμακεία για να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο κοινό:

Αυτά τα ιδιωτικά γενετικά εργαστήρια προσφέρουν τους ακόλουθους τύπους γενετικών δοκιμών:
  • Γενετικές δοκιμές για την ανίχνευση διαταραχών ενός γονιδίου (Μεντελιανές νόσοι, όπως η β-μεσογειακή αναιμία, η κυστική ίνωση, κ.α.).
  • Φαρμακογονιδιωματική. Τεστ για την εξατομίκευση της φαρμακευτικής θεραπείας.
  • Γονιδιωματικό τεστ πρόβλεψης για σύνθετες διαταραχές και χαρακτηριστικά, π.χ. καρδιακές / καρδιαγγειακές παθήσεις, οστεοπόρωση, διαβήτης, αθλητική απόδοση, ύψος, κ.λπ.
  • Διατροφογονιδιωματικά τεστ. Εξατομικευμένες επιλογές διατροφής με στόχο την επίτευξη απώλειας βάρους και
  • DNA τεστ ταυτότητας
Ο καθηγητής τα διαχωρίζει σε τρεις κύριες κατηγορίες:
  1. Γενετικές εξετάσεις που έχουν σχεδιαστεί για τη διάγνωση κληρονομικών διαταραχών και καταστάσεων που μπορεί να αποδίδονται ξεκάθαρα σε συγκεκριμένες γονιδιωματικές παραλλαγές, δηλαδή, (α) διαταραχές ενός και μόνο γονιδίου και (β) ανταπόκριση ή τοξικότητα στη φαρμακευτική αγωγή. Για αυτές τις δοκιμές υπάρχουν ισχυρές επιστημονικές αποδείξεις – υποστήριξη συσχετίσεων γονοτύπου-φαινοτύπου , ειδικά στην περίπτωση κοινών γενετικών / γονιδιωματικών διαταραχών. Για έναν αριθμό αντιπηκτικών, ψυχιατρικών και αντικαρκινικών φαρμάκων, πολλοί φαρμακογονιδιωματικοί δείκτες έχουν αναγνωριστεί στα γονίδια, οι οποίοι κωδικοποιούν ένζυμα μεταβολισμού φαρμάκων και μεταφορείς που μπορούν να προβλέψουν την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων ή την τοξικότητα με υψηλό βαθμό αξιοπιστίας. Οι γενετικές αυτές αναλύσεις έχουν την έγκριση διεθνών ρυθμιστικών οργανισμών, όπως ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων της ΗΠΑ (FDA) και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Φαρμάκων (ΕΜΑ).
  2. Γενετικές εξετάσεις που έχουν σχεδιαστεί για τη διάγνωση καταστάσεων υγείας και / ή συνθηκών που χαρακτηρίζονται από πολύ κακή ή ελλιπή γνώση της συσχέτισης γονότυπου-φαινοτύπου, π.χ. καρδιαγγειακές διαταραχές, διαβήτης, οστεοπόρωση, κ.λπ., και / ή με πολύ ισχυρή αλληλεπίδραση γονιδίου-περιβάλλοντος, π.χ. πρόσληψη θρεπτικών ουσιών, αθλητική απόδοση κ.λπ. που δεν επιτρέπει ακριβή εκτίμηση του κινδύνου ασθένειας βάσει ενός γενετικού προφίλ του ατόμου. Αυτή η κατάσταση ομοιάζει με την προσπάθεια επίλυσης ενός παζλ που όμως του λείπουν πολλά βασικά κομμάτια. Σε αυτές τις γενετικές δοκιμές, τα προφίλ κινδύνου υπολογίζονται με βάση δείκτες κινδύνου, με τη βοήθεια ορισμένων αλγορίθμων. Διαφορετικοί δείκτες γενετικού κινδύνου ή αλγόριθμοι ενδέχεται να δημιουργήσουν διαφορετικά προφίλ κινδύνου, ακόμη και για το ίδιο άτομο! Σε αυτήν την περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος απόκτησης ψευδούς θετικού ή αρνητικού αποτελέσματος, το οποίο μπορεί είτε να προκαλεί αναίτια ανησυχία ή το χειρότερο εφησυχασμό του ενδιαφερόμενου. Μια τέτοια παρερμηνεία των αποτελεσμάτων των δοκιμών μπορεί με τη σειρά της να οδηγήσει στη χρήση αδικαιολόγητα, δαπανηρών και δυνητικά επικίνδυνων επεμβατικών διαγνωστικών διαδικασιών ή, αντίθετα, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη επαγρύπνηση του ατόμου για την υγεία του. Στην περίπτωση των αθλητικών επιδόσεων μπορεί να φανταστεί κανείς κάποιον ενδιαφερόμενο να λάβει εσφαλμένα τη διαβεβαίωση ότι έχει το «γενετικό προφίλ» δρομέα αντοχής, και στην προσπάθειά του να τρέξει μεγάλες αποστάσεις να υποστεί καρδιακή ανακοπή και να καταλήξει.
  3. Γενετικές δοκιμές που είναι ηθικά ή / και νομικά αμφισβητήσιμες, παρά το ότι είναι επιστημονικά ακριβείς. Σ’ αυτή την κατηγορία τεστ το άτομο του οποίου το DNA απομονώθηκε και στη συνέχεια επεξεργάστηκε, δεν είχε δώσει την απαραίτητη συγκατάθεση (το λεγόμενο «γενετικό τεστ DNA απιστίας» που παρέχεται από εργαστήρια στη χώρα μας κάτω από το περιτύλιγμα του «γενετικού τεστ συγγένειας»). Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα εμπλεκόμενα μέρη διώκονται από τον νόμο, τουλάχιστον στα ευρωπαϊκά κράτη και σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ. (Patrinos et al. Human Genomics 2013, 7:17 )

Ο κος Πατρινός κρούει τον κώδωνα του κινδύνου επισημαίνοντας πως ένας άλλος σημαντικός τομέας ανησυχίας είναι η έλλειψη κατάλληλης εκπαίδευσης γενετικής εκ μέρους των εμπλεκόμενων επαγγελματιών υγείας, δηλαδή των φαρμακοποιών και των ιατρών:

«Οι εν λόγω γενετικές εξετάσεις δεν συνοδεύονται από λεπτομερή συμβουλευτική πριν ή μετά τo τεστ, και έτσι, ο καταναλωτής είναι απίθανο από μόνος του να μπορεί να ερμηνεύσει τα αποτελέσματα ικανοποιητικά. Περαιτέρω, τα περισσότερα αποτελέσματα γενετικών τεστ συνοδεύονται από μια σειρά επιφυλάξεων και εάν αυτό δεν εκτιμηθεί πλήρως από τον χρήστη, πάντα με τη βοήθεια κάποιου ειδικού γενετικού συμβούλου, η παρανόηση των κλινικών επιπτώσεων αυτών των αποτελεσμάτων είναι πιθανό να είναι ο κανόνας παρά η εξαίρεση».

Ο καθηγητής Γιώργος Πατρινός εστιάζει στο ζήτημα της μη επαρκούς ενημέρωσης του κοινού και στον κίνδυνο που ελλοχεύει για την υγεία του η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων μη εγκεκριμένων από ρυθμιστικούς φορείς γενετικών τεστ. «Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τόσο οι ασθενείς όσο και το ευρύ κοινό συχνά είτε δεν γνωρίζουν τα οφέλη των γενετικών τεστ, είτε δεν μπορούν εύκολα να διακρίνουν μεταξύ έγκυρων γενετικών τεστ και εκείνων που θα αποφέρουν άχρηστα και δυνητικά επιβλαβή αποτελέσματα. Ως εκ τούτου, τα μέλη του κοινού μπορούν εύκολα να παραπλανηθούν ή να καταλήξουν να συγχέονται ως προς το ποια εξέταση θα μπορούσε να είναι επωφελής στη δική τους συγκεκριμένη περίπτωση και πόσο αποτελεσματική θα ήταν αυτό το τεστ στη βελτίωση της μακροχρόνιας κλινικής προοπτικής ή / και στη μείωση του κόστους φροντίδας της υγείας τους. Επιπλέον, το ευρύ κοινό θα μπορούσε να θέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο εάν (α) επικαλείται αδικαιολόγητα τα τεστ που δεν έχουν επικυρωθεί επιστημονικά ή εγκριθεί από ρυθμιστικούς οργανισμούς ή / και έχουν εγγενείς περιορισμούς με βάση τις υπάρχουσες επιστημονικές γνώσεις ή (β) λαμβάνουν σημαντικές ιατρικές αποφάσεις για τον τρόπο ζωής βάσει αυτών των αποτελεσμάτων των τεστ χωρίς πρώτα να συμβουλευτούν έναν επαγγελματία υγείας».

Ερευνητές από το τμήμα ιατρικής του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ κατέληξαν στο συμπέρασμα, σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2016, πως ενώ οι επιστήμονες έχουν περάσει χρόνια αναζητώντας τα γονίδια που συμβάλλουν στην αθλητική επιτυχία, καθώς δημοσιεύονται περισσότερες μελέτες αποκαλύπτουν ότι είναι απίθανο η τρέχουσα κατανόηση του θέματος από την κοινωνία να επιτρέψει σε οποιονδήποτε να αναγνωρίσει το αθλητικό δυναμικό που βασίζεται στη γενετική και παραδέχονται ότι οι επιστήμονες γνωρίζουν εδώ και 30 χρόνια ότι ορισμένα φυσιολογικά χαρακτηριστικά που είναι σημαντικά για την αθλητική απόδοση έχουν γενετικά συστατικά, είναι πολύ δύσκολο να αναγνωριστούν όλα αυτά.

«Τις πρώτες μέρες, υπήρχαν μεγάλες ελπίδες για να βρεθεί το αθλητικό γονίδιο», έγραψε ο κύριος συγγραφέας της μελέτης, C. Mikael Mattsson. «Ωστόσο, λόγω του μεγάλου εύρους χαρακτηριστικών και παραγόντων που συμβάλλουν στην αθλητική απόδοση, μια τέτοια αναζήτηση αναπόφευκτα θα αποτύχει». (Jason Krell | Monday, May 20, 2019, Global Sport Matters)

Ας αναλογιστούμε, λοιπόν, τον κίνδυνο που μπορεί να παραφυλάει αν ένα παιδί- νεαρός αθλητής /τρια εσφαλμένα προσανατολιστεί από ένα γενετικό τεστ σε ένα συγκεκριμένο άθλημα και έναν τύπο προπόνησης ή ακόμα περισσότερο αν του χορηγηθούν συμπληρώματα, φάρμακα ή θεραπείες προκειμένου να φτάσει στο ανώτατο όριο των δυνατοτήτων του και ως εκ τούτου να επιτύχει υψηλότερες επιδόσεις.

Αναμφίβολα υπάρχουν ποικίλες γενετικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων που κάνουν πρωταθλητισμό, όπως και στον κοινό γενικό πληθυσμό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το μέλλον δεν πρέπει να είναι ούτε ο αποκλεισμός ατόμων από τον αθλητισμό ως μη ταλέντα, ούτε και ο εντοπισμός ταλέντων, καθώς και τα δύο συνιστούν διάκριση. Και στην τελική, κάθε επιστημονική ανακάλυψη, όπως η συσχέτιση γενετικής και αθλητικών επιδόσεων, κάτι που μπορεί να αποτελέσει πραγματικότητα στο μέλλον, αλλά που ΣΗΜΕΡΑ είναι ακόμη αβάσιμη, πρέπει να ακολουθεί το ρητό:

«ΣΠΕΥΔΕ ΒΡΑΔΕΩΣ»!
Πηγή: allnews24 / Φωτογραφία: Neuroscience News