Εκατομμύρια εργαζόμενοι γονείς σε όλο τον κόσμο περνούν εβδομάδες, σε μεγάλο βαθμό παγιδευμένοι μέσα στα σπίτια με τα παιδιά, προσπαθώντας από τη μία πλευρά να υποστηρίξουν τα παιδιά τους στα τηλεμαθήματα και από την άλλη να εργαστούν εξ’ αποστάσεως. Η …κινητικότητα μέσα στα σπίτια σπάει ρεκόρ… κι έρχονται στιγμές που οι γονείς κυριολεκτικά σηκώνουν τα χέρια και εκλιπαρούν απελπισμένοι για λίγη «ειρήνη»…

Ακόμα και στη χώρα μας δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν αναζητήσει υποστήριξη (Τηλεφωνική Γραμμή Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης 10306 για τον κορονοϊό), ώστε να καταφέρουν να κάνουν τη δουλειά τους και παράλληλα να καταπολεμήσουν το λεγόμενο «πυρετό καμπίνας»…

Κάποιοι άλλοι πάλι έχουν δώσει στα παιδιά τους μια επιπλέον ελευθερία ενασχόλησης με βιντεοπαιχνίδια, μέσα κοινωνικής δικτύωσης και φυσικά παρακολούθηση τηλεόρασης.

Έρευνα σε δείγμα μεγαλύτερο από 3.000 γονείς στις ΗΠΑ, διαπίστωσε ότι ο χρόνος που ξοδεύουν τα παιδιά τους μπροστά σε οθόνη έχει αυξηθεί κατά 500% κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Ας δούμε όμως κάποιους βασικούς κανόνες για τη χρήση οθόνης:

Σε περίπτωση που μας έχει διαφύγει, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, τον Απρίλιο του 2019, κυκλοφόρησε καθημερινές οδηγίες για το «χρόνο οθόνης» για τα βρέφη και τα νήπια.

Είχε προτείνει αυστηρά όρια όπως:

Τα βρέφη δεν πρέπει να έχουν καμία επαφή με οθόνες. Τα νήπια μεταξύ των ηλικιών μεταξύ 1 και 5, δεν πρέπει να ξεπερνούν  περισσότερο από μία ώρα την ημέρα κοιτάζοντας οθόνες. Ο ΠΟΥ δεν παρέχει συγκεκριμένα όρια για τα μεγαλύτερα παιδιά, αλλά άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι ο υπερβολικός χρόνος σε οθόνης ειδικά στους εφήβους θα μπορούσε να συνδεθεί με προβλήματα ψυχικής υγείας όπως το άγχος και η κατάθλιψη.

Χρόνος σε οθόνης: Συνιστώμενα όρια έναντι της πραγματικής ζωής

Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής (AAP) υποστηρίζει περιορισμούς σχετικά με το πόσο χρόνο τα παιδιά θα πρέπει να περνούν χρησιμοποιώντας συσκευές ή βλέποντας τηλεόραση που είναι συνήθως πολύ κάτω από τον πραγματικό χρόνο

Ηλικία
Μέγιστος συνιστώμενος χρόνος οθόνης
Πραγματικός χρόνος
0-18 μήνες
Μηδέν*
42 λεπτά
18-24 μήνες
Πολύ περιορισμένη χρήση ψηφιακών πολυμέσων εφόσον συμμετέχει ο γονέας
42 λεπτά
2-5 χρόνια
Όχι περισσότερο από 1 ώρα ημερησίως
2 ώρες, 39 λεπτά
6-8 ετών
Δεν υπάρχει συγκεκριμένο όριο, εφόσον τα ψηφιακά μέσα δεν επηρεάζουν τη σωματική δραστηριότητα ή τον ύπνο
2 ώρες, 56 λεπτά
8-12 ετών
Δεν υπάρχει συγκεκριμένο όριο, εφόσον τα ψηφιακά μέσα δεν επηρεάζουν τη σωματική δραστηριότητα ή τον ύπνο
4 ώρες, 44 λεπτά
13-18 ετών
Δεν υπάρχει συγκεκριμένο όριο, εφόσον τα ψηφιακά μέσα δεν επηρεάζουν τη σωματική δραστηριότητα ή τον ύπνο
7 ώρες, 22 λεπτά
*Το AAP κάνει μια εξαίρεση στον κανόνα για τα βρέφη αν πρόκειται για video συνομιλία Πίνακας-Πηγή: American Academy of Pediatrics and Common Sense Media

Τα παιδιά ήδη περνούσαν πολύ περισσότερο χρόνο από ό,τι συνιστάται μπροστά σε οθόνες, πολλά χρόνια πριν από την πανδημία.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, παρατηρήθηκε ότι τα παιδιά μεταξύ των ηλικιών 3 και 5 ετών ήταν κατά μέσο όρο 2,5 ώρες την ημέρα σε επαφή με τις οθόνες τους. Και φυσικά, τι κανόνες θα μπορούσαν να ακολουθηθούν από τα μέσα Μαρτίου 2020, όταν οι περισσότερες οικογένειες εισήλθαν σε μια εποχή κοινωνικής αποστασιοποίησης;

Επιρρέπεια στη διάσπαση της προσοχής

Θα πρέπει οι γονείς να ανησυχούν αν τα παιδιά τους ξοδεύουν περισσότερο χρόνο από ποτέ σε απευθείας σύνδεση για να εκπαιδευτουν, να παίξουν και καθώς φαίνεται μακρινή ακόμα η ώρα μέχρι να μπορέσουν και πάλι, ελεύθερα να επιστρέψουν στα σχολεία τους, τις δραστηριότητες τους και να κοινωνικοποιηθούν;

Η εύκολη απάντηση είναι όχι, εφόσον οι περιορισμοί της πανδημία θα έχουν παροδικές συνέπειες και δε θα μετατραπούν σε μόνιμο τρόπο ζωής μπροστά σε οθόνη.

Πριν ακόμα κι από την πανδημία αλλά κυρίως με την εμφάνισή της που λόγοι ασφαλείας οδήγησαν τα σχολεία σε κλείσιμο και σε τηλε-εκπαίδευση, άρχισε μια ενδιαφέρουσα αναζήτηση σχετικά με τη «δύναμη» των ψηφιακών συσκευών και το κατά πόσο μπορούν να αποσπάσουν την προσοχή των μαθητών από το μάθημά τους.

Ο συγγραφέας του βιβλίου: “Distracted: Why Students Can’t Focus and What You Can Do About It”, (Διάσπαση: γιατί οι μαθητές δεν μπορούν να επικεντρωθούν και τι μπορούμε να κάνουμε γι ‘αυτό), υποστηρίζει ότι με το να προσπαθεί κάποιος να εξαλείψει περισπασμούς από την τάξη, παίρνει τη λάθος προσέγγιση. Κι αυτό γιατί, όπως οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι έχουν επιβεβαιώσει αιώνες τώρα, ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι επιρρεπής σε απόσπαση της προσοχής…

Οι παράγοντες που προκαλούν τη διάσπαση της προσοχής στο σχολείο δεν είναι οι ίδιοι οι περισπασμοί. Τόσο τα παιδιά, όσο και οι ενήλικες μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή γενικότερα να βλέπουν οθόνες με απόλυτα υγιή τρόπο. Το πρόβλημα παρουσιάζεται όταν η υπερβολική χρήση και προσοχή στις οθόνες αποτρέπει άλλες συμπεριφορές μάθησης. Ένα παιδί που παρακολουθεί πχ το YouTube στο τηλέφωνό του, μέσα στην τάξη ή κατά τη διάρκεια του χρόνου μελέτης, δεν αναπτύσσει, πχ τις δεξιότητες γραφής ή των μαθηματικών, όπως θα έπρεπε να κάνουν εκείνη την ώρα.

Οι εκπαιδευτικοί από την πλευρά τους θα πρέπει να εξετάσουν πώς να προκαλέσουν περισσότερο ενδιαφέρον στο μάθημα, αντί να προσπαθούν να εξαλείψουν όλους τους περισπασμούς, πράγμα το οποίο είναι αδύνατο.

Ομοίως, οι γονείς δεν πρέπει να βλέπουν απαραίτητα τις οθόνες ως εχθρό των παιδιών τους, ακόμη και αν είναι επιφυλακτικοί για τον αντίκτυπο του υπερβολικού χρόνου μπροστά σε οθόνη, για την υγεία των ματιών τους ή για το πόσο χρόνο χάνουν από τον ύπνο τους.

Το πραγματικό πρόβλημα με τον υπερβολικό χρόνο σε οθόνη είναι ότι επισκιάζονται οι υγιείς συμπεριφορές που όλα τα παιδιά χρειάζονται. Όταν τα παιδιά κοιτάζουν παθητικά τις οθόνες, δεν ασκούνται, δεν παίζουν με τους φίλους ή τα αδέλφια τους ή ακόμα στερούνται τις αγκαλιές και τα χάδια των γονιών τους…

Αυτό που πιστεύει ο συγγραφέας είναι ότι οι γονείς δε χρειάζεται να ανησυχούν για το κατά πόσο χρόνο τα παιδιά ξοδεύουν με τις συσκευές στα χέρια τους, κατά τη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης, αλλά το αν τα παιδιά υιοθετούν συνήθειες που θα τις κρατήσουν και μετά την πανδημία. Τέτοιες είδους συνήθειες θα μπορούσαν να σταματήσουν τους νεότερους από άλλες υγιέστερες και πιο δημιουργικές συμπεριφορές όπως η ανάγνωση ή ένα ευφάνταστο παιχνίδι, παρέα με άλλους ανθρώπους.

Εάν τα παιδιά θα μπορέσουν να απεμπολήσουν τις συνήθειες «οθόνης» που απόκτησαν κατά την πανδημία και να επιστρέψουν στα σχετικά υγιέστερα επίπεδα χρόνου σε οθόνη που είχαν πριν, τότε πιθανότατα όλα θα είναι μια χαρά. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι εξαιρετικά εύπλαστος. Έχει εξαιρετικές δυνατότητες και μπορεί και μπροστά σε ένα ατύχημα ή μια ασθένεια να προσαρμοστεί σε νέες συνθήκες.

Δημιουργώντας εγκεφαλικές προσαρμογές…

Αυτό το χαρακτηριστικό του ανθρώπινου εγκεφάλου, γνωστό ως νευρο-πλαστικότητα, είναι ένας από τους λόγους που οι γιατροί και οι οργανισμοί υγείας συστήνουν όρια στο χρόνο οθόνης των μικρών παιδιών. Οι εμπειρογνώμονες, οι εκπαιδευτικοί και οι οικογένειες δε θα ήθελαν τους εγκεφάλους τους, να αναπτύσσονται ως όργανα που σχεδιάζονται πρώτιστα για την τηλεόραση, παρακολουθώντας ατελείωτες ώρες…

Στην παρούσα στιγμή, οι γονείς θα πρέπει να είναι ευγνώμονες για τη νευρο-πλαστικότητα του εγκεφάλου, και να πάρουν θάρρος από το γεγονός ότι ό,τι αλλαγές θα μπορούσαν να έχουν συμβεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών δεν χρειάζεται να είναι μόνιμες. Ο εγκέφαλος μεταμορφώνεται ανταποκρινόμενος στις περιστάσεις και τις συμπεριφορές μας και αλλάζει και πάλι καθώς αυτές οι συνθήκες και οι συμπεριφορές εξελίσσονται. Λίγους μήνες υπερβολικού χρόνου οθόνης, δε θα παρακάμψουν μια κατά τα άλλα υγιή παιδική ηλικία, μέτριου χρόνου σε οθόνης και περισσότερου ενεργού παιχνιδιού.

Οι τρόποι με τους οποίους η εργασία και το σχολείο προσαρμόζονται στην κοινωνική αποστασιοποίηση δείχνουν ότι οι οθόνες δεν είναι ο εχθρός. Αντίθετα, επιτρέπουν στους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο να εργάζονται, να μαθαίνουν και να επικοινωνούν με τους αγαπημένους τους, κατά τη διάρκεια αυτής της εξαιρετικής συνθήκης.

Οι πραγματικοί εχθροί της υγιούς ανάπτυξης στα παιδιά είναι οι ίδιοι εχθροί που αντιμετωπίζουν και οι ενήλικες, δηλαδή, καθιστικός τρόπος ζωής, κοινωνική απομόνωση και περισπασμοί από την εργασία και τη μάθηση. Η υπερβολική χρήση οθόνης μπορεί να συμβάλει σε όλα αυτά τα προβλήματα, τα οποία όμως σίγουρα μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Οι ερευνητές επισημαίνουν, μετά από όλα αυτά, ότι δεν είναι ίδιος όλος ο χρόνος μπροστά σε οθόνη. Σίγουρα δεν κρίνουμε με τον ίδιο τρόπο ένα παιδί που γράφει ένα μυθιστόρημα χρησιμοποιώντας το Google Docs ή κάνει FaceTiming με τη γιαγιά του ή χρησιμοποιώντας ένα smartphone για να παίξει geocache με τους φίλους του…

Καθώς οι περιορισμοί στις κινήσεις και τις δραστηριότητές μας, θα αρχίσουν και πάλι να επανέρχονται σε κανονικούς ρυθμούς τους επόμενους μήνες, οι γονείς θα έχουμε τη δυνατότητα να υποστηρίξουμε και πάλι την υγιή ανάπτυξη των παιδιών μας, ενθαρρύνοντάς τα να επιστρέψουν σε υγιείς και ευφάνταστες συμπεριφορές, είτε λαμβάνουν χώρα μπροστά από οθόνες είτε όχι.