Λίγα λόγια για τη σχέση αθλητισμού και διαβήτη με την ευκαιρία της παγκόσμιας ημέρας κατά του διαβήτη που ήταν το περασμένο Σάββατο 14 Νοεμβρίου.

Το να πάσχει κάποιο άτομο από διαβήτη δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο, στερώντας του την απόλαυση και την ποιότητα ζωής που προσφέρουν ο αθλητισμός και η άσκηση. Αθλητές και αθλήτριες με διαβήτη έχουν καταφέρει μερικά από τα υψηλότερα αθλητικά επιτεύγματα του κόσμου.

Διάσημοι διαβητικοί αθλητές όπως για παράδειγμα ο κωπηλάτης Steve Redgrave, έχει κερδίσει πολλά μετάλλια σε Ολυμπιακούς Αγώνες, συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου του χρυσού, που το κέρδισε έχοντας διαγνωστεί με διαβήτη τύπου 2.

Ο αθλητισμός ή η άσκηση κάποιας μορφής, συνιστάται για όλα τα άτομα με διαβήτη, διότι προσφέρει μια σειρά από οφέλη για την υγεία, όπως βελτιωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη.

Το διαβητικό άτομο είτε συμμετέχει σε κάποιο άθλημα με αγωνιστικό σκοπό, ή αποκλειστικά για ψυχαγωγία, σίγουρα έχει βρει έναν πολύ καλό τρόπο για να παραμείνει υγιές.

Το κάθε άθλημα μπορεί να επηρεάσει το σώμα με διαφορετικούς τρόπους. Για παράδειγμα, το γρήγορο περπάτημα και το συνεχές τζόκινγκ συνήθως οδηγούν σε μια αξιόπιστη μείωση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Αντίθετα, τα σπριντ και ορισμένες ασκήσεις στο άνω μέρος του σώματος μπορούν αρχικά να οδηγήσουν σε αύξηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, η οποία θα μειωθεί εάν η προπόνηση είναι αρκετά μεγάλη. Με τον έλεγχο των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα πριν, μετά και κατά τη φάση της άσκησης, μπορεί να προσδιορίσει πώς τα διαφορετικά αθλήματα και η διάρκεια τους επηρεάζουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα τους.

Θα πρέπει όμως να προσέχει ώστε να μην πάει στο άλλο άκρο που είναι η υπογλυκαιμία, δηλαδή πολύ χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Κι αν πρόκειται για κολύμβηση, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο.

Γι αυτό το διαβητικό άτομο πρέπει να ελέγχει τακτικά τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα του, κατά την άσκηση για να καταλάβει πώς η άσκηση επιδρά στα επίπεδα σακχάρου του. Μια έντονη ή σχετικά μακρά προπόνηση μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα έως και για 48 ώρες μετά.

Οπωσδήποτε θα πρέπει να έχει τακτική επικοινωνία και συνεργασία με τον ειδικό γιατρό (ενδοκρινολόγο – διαβητολόγο), από τον οποίο παρακολουθείται, ώστε να εξασφαλιστεί ότι θα ασκείται συγκρατώντας τα επίπεδα στο επιθυμητό εύρος τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα του πρωτίστως για την ασφάλειά του και δευτερευόντως για την απόδοσή του. Συνήθως τα άτομα που κάνουν χρήση ινσουλίνης έχουν καλήαπόδοση, εάν τα επίπεδα σακχάρου παραμένουν μεταξύ 5 και 11 mmol / l.

Τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 μπορεί και πρέπει να στοχεύουν σε ένα, κατά το δυνατό, χαμηλότερο προφίλ σακχάρου στο αίμα. Ο γιατρός τους τα συμβουλεύει σχετικά με τα επίπεδα γλυκόζης που πρέπει να εξασφαλίζουν όταν αθλούνται, καθώς το καλύτερο εύρος εξαρτάται πολλές φορές από το ποια φάρμακα ενδεχομένως χρησιμοποιούν, καθώς και από τυχόν προσωπικές συνθήκες.

Πολύ σημαντική είναι η έγκαιρη διάγνωση του προ-διαβήτη. Σε αυτή τη φάση με κατάλληλη διατροφή, αλλαγή τρόπου ζωής και καθημερινή άσκηση, υπάρχει δυνατότητα σημαντικής καθυστέρησης της νόσου ή ακόμα και αντίστροφης της.
Τα παιδιά που συμμετέχουν στον αθλητισμό χωρίς την παρουσία των γονιών τους, πρέπει να προετοιμαστούν για να γνωρίζουν πώς να αναγνωρίσουν τα σημάδια των συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας και θα πρέπει πάντα να έχουν γλυκόζη σε εύκολη πρόσβαση.

Οι προπονητές τους πρέπει να γνωρίζουν ότι η υπογλυκαιμία αποτελεί κίνδυνο και να ξέρει πώς να αντιμετωπίσει ένα υπογλυκαιμικό περιστατικό σε περίπτωση που εμφανιστεί.

Να τώρα κι ένα παράδειγμα ενός αξιοθαύμαστου κολυμβητή που διαγνώσθηκε το 1999 με διαβήτη, αλλά η πορεία του μας εξέπληξε ευχάριστα…

Ο Gary Hall Jr. είναι ολυμπιονίκης κολύμβησης. Εκπροσώπησε τις Ηνωμένες Πολιτείες στην κολύμβηση σε τρεις Ολυμπιάδες το 1996, το 2000 και το 2004.

Κέρδισε χρυσό στα 50μ. ελεύθερο το 2000 στο Σίδνεϊ και το 2004 στην Αθήνα, μετά από διάγνωση διαβήτη τύπου 1 το 1999. Ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα, του παππού και του θείου του, που όλοι αγωνίστηκαν στην Ολυμπιακή ομάδα κολύμβησης των Η.Π.Α., ο Hall προκρίθηκε στην Εθνική Ομάδα Κολύμβησης του 1994, η οποία στη συνέχεια τον πήγε στην Ατλάντα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996.

Ο Hall κέρδισε δύο ασημένια μετάλλια, πριν η διάγνωσή του τύπου 1, τον αναγκάσει να αλλάξει τη διαχείριση της προπόνησής του. Με συνεχή τεστ γλυκόζης αίματος και παρά την εξουθενωτική κόπωση, ο Hall κατάφερνε να ολοκληρώνει τις προπονήσεις του και σταδιακά αύξανε τη διάρκεια τους. Έφτασε τελικά να προπονείται έως και 8 ώρες την ημέρα, βγαίνοντας από το νερό για να ελέγξει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα του κάθε 45 λεπτά.

Στην αρχή οι γιατροί του είχαν πει ότι δε θα κολυμπήσει ποτέ ξανά σε αγωνιστικό επίπεδο, αλλά εκείνος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2000 στο Σίδνεϊ, έγινε ο ταχύτερος κολυμβητής στον κόσμο.

Έσπασε και πάλι το δικό του ρεκόρ το 2004 στην Αθήνα, και όταν αποσύρθηκε από την αγωνιστική κολύμβηση το 2008, είχε κερδίσει ούτε λίγο, ούτε πολύ 10 ολυμπιακά μετάλλια, από τα οποία τα 5 ήταν χρυσά!